Skip to main content

Προσεχείς Εκδηλώσεις

Προβολή ημερολογίου

Παρεκκλήσια

Ο ναός της Παναγίας της Καρμιώτισσας, ποτυ βρίσκεται βορειοδυτικά των Πολεμιδιών και κοντά στο νεό νοσοκομείο Λεμεσού είναι ένα εγκαταλελειμμένο παλαιό μοναστήρι των Καρμηλιτών μοναχών. Στο χώρο αυτό που βρίσκεται σήμερα ο ναός υπήρχε πρίν απο πολλά χρόνια μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία την Ελεούσα. Το μοναστήρι αυτό κτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα, απο τους Καρμηλίτες μοναχούς ( μοναχικό τάγμα των Δυτικών Ρομαιοκαθολικών). Δυστυχώς δεν έχουμε πολλές πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του μονστηριού αυτού αλλά και ούτε ακριβή χρόνο εγκατάλειψης του
Σε μικρή απόσταση απο τόν ενοριακό ναό της Παναγίας της Ευαγγελίστριας και στα δυτικά του βρίσκεται ένα όμορφος και καλά συντηρημένος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο το Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρο. Ο ναός αυτός ο οποίος εντυπωσίαζει τον επισκέπτη με τη μεγαλοπρέπεια και την αρχιτεκτονική του ανάγεται στον 15ο με 16ο αιώνα. Ο ναός αυτός ο οποίος άλλοτε άκμαζε και αποτελούσε το κέντρο της ενορίας αλλά και ολόκληρης της κοινότητας σιγά σιγά με το πέρασμα των χρόνων παραμελήθηκε και υπέστη πολλές καταστροφές.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου στην Ακαπνού αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου. Πρόκειται για μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, η οποία βρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας και η ανέγερσή της τοποθετείται στον 18ο αιώνα. Ο ναός διατηρεί τη λιτή μορφή των ορεινών εκκλησιών, με την παραδοσιακή ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη και τα τοπικά οικοδομικά υλικά. Εγκαινιάστηκε το 1922 και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της κοινότητας.
Στο δυτικό άκρο του χωριού βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το οποίο αντικατέστησε παλαιότερο μεσαιωνικό ναό, όπως θυμούνται οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στο προαύλιό του πραγματοποιούνταν παλαιότερα πανηγύρια, στα οποία συμμετείχε σχεδόν ολόκληρο το χωριό, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του για την κοινωνική ζωή της κοινότητας. Ο σημερινός ναός καθαγιάστηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1987 από τον Μητροπολίτη Πάφου Χρυσόστομο Β΄ και αποτελεί ένα μικρό, κατάλευκο και καλοφροντισμένο εκκλησάκι με πλακόστρωτη αυλή. Το εσωτερικό του είναι λιτό, με ξύλινο τέμπλο που φέρει μόνο τρεις φορητές εικόνες, ενώ τα τελευταία χρόνια διακοσμείται σταδιακά με τοιχογραφίες από τον αγιογράφο Ανδρέα Παπα-Αριστοδήμου. Σήμερα ο ναός λειτουργεί τακτικά, κυρίως στις μεγάλες εορτές του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς και για τελετές όπως το μυστήριο της βάπτισης, αποτελώντας σημείο αναφοράς για πιστούς και επισκέπτες.
Στο χωριό Κουκά λειτουργούσε ένα από τα πρώτα μοναστήρια της Λεμεσού. Σημερα, όμως, σώζεται μόνο η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, που αποτελεί ένα σπάνιο δείγμα αρχιτεκτονικής, λόγω του σχήματος τέλειου σταυρού του κτιρίου.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση ανάμεσα σε χωράφια και έχει χαρακτηριστεί ως αρχαίο μνημείο Β’ από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Πρόκειται για πετρόκτιστο ναό του οποίου τα ερείπια έχουν μερικώς συγκεντρωθεί για μελλοντική πιθανή αναστήλωση, ενώ οι κάτοικοι της κοινότητας διατηρούν το θρησκευτικό του χαρακτήρα ανάβοντας προσωρινό καντήλι και εκφράζοντας την επιθυμία για αποκατάστασή του. Παράλληλα, έχει ανεγερθεί και πρόχειρο παρεκκλήσι στην κοινότητα, όπου συνεχίζεται η λατρευτική του τιμή και η προσευχή προς τον Άγιο.
Η Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται νοτιοδυτικά της Ανώγυρας και κτίστηκε στα τέλη του 15ου αιώνα πάνω στα θεμέλια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Αποτελεί μέρος παλαιού μοναστηριακού συγκροτήματος και διακρίνεται για τον μονόκλιτο καμαροσκέπαστο ναό με τρούλο. Στο εσωτερικό της διατηρούνται τοιχογραφίες της Παλαιολόγειας τεχνοτροπίας, οι οποίες, παρά τις φθορές τους, αποτελούν σημαντικά δείγματα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο.
Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στην ομώνυμη οδό και αποτελεί την κύρια εκκλησία της κοινότητας Βουνιού. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στην περιοχή υπήρχαν παλαιότερα τέσσερις οικισμοί, εκ των οποίων οι τρεις ερημώθηκαν κατά τις αρχές του 17ου αιώνα λόγω επιδημίας που έπληξε την Κύπρο, ενώ το Βουνί παρέμεινε κατοικημένο, καθώς θεωρήθηκε ότι προστατεύτηκε από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Οι κάτοικοι των ερημωμένων οικισμών εγκαταστάθηκαν τότε στο Βουνί, όπου υπήρχε και παλαιότερο μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο. Ο σημερινός ναός ξεχωρίζει για την πετρόκτιστη κατασκευή του και τα περίτεχνα περιθυρώματα των εισόδων. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το καμπαναριό με τον πλούσιο διάκοσμο, ενώ στο εσωτερικό διατηρούνται αξιόλογες αγιογραφίες του 19ου αιώνα, με τον ναό να τελεί υπό την προστασία του Τμήματος Αρχαιοτήτων.
Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας δεσπόζει στο κέντρο της Κυπερούντας, αποτελώντας διαχρονικά το επίκεντρο της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής του χωριού. Πρόκειται για τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του 13ου αιώνα, η οποία ξεχωρίζει για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της και την αρμονική ένταξή της στο ορεινό τοπίο της περιοχής. Ο ναός είναι κατασκευασμένος από ακατέργαστες πέτρες του Τροόδους, που σε συνδυασμό με τα ξύλινα στοιχεία προσδίδουν ιδιαίτερο χαρακτήρα και ζεστή ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του. Ξεχωρίζουν η περίτεχνη δίφυλλη ξύλινη είσοδος, το δάπεδο από πλάκες τερακότας, ο καλαίσθητος ξύλινος γυναικωνίτης και το επιβλητικό καμπαναριό με τους λαξευτούς πωρόλιθους, στοιχεία που αναδεικνύουν την αισθητική και ιστορική αξία της εκκλησίας.
Η εκκλησία της Παναγίας και του Χρυσοσώτηρος βρίσκεται σε μια καταπράσινη κοιλάδα της Κυπερούντας, περιτριγυρισμένη από ψηλά φυλλοβόλα δέντρα και έναν όμορφα διαμορφωμένο χώρο με πάρκο, βρύσες, παγκάκια και τεχνητό ρυάκι. Το γαλήνιο φυσικό περιβάλλον σε συνδυασμό με τη μακραίωνη ιστορία του ναού δημιουργούν έναν ιδιαίτερα ξεχωριστό τόπο προσκυνήματος και επίσκεψης. Ο ναός είναι δίκλιτος, με την χαρακτηριστική ξύλινη στέγη των ορεινών εκκλησιών της Κύπρου, και η σημερινή του μορφή χρονολογείται στον 18ο αιώνα. Ξεχωριστό ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας λειτούργησε ως δισυπόστατη εκκλησία, εξυπηρετώντας τόσο την ορθόδοξη όσο και την καθολική κοινότητα. Στο εσωτερικό του διατηρείται αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ ιδιαίτερης σημασίας είναι οι φορητές εικόνες της Παναγίας Βρεφοκρατούσας (1556), της Παναγίας Οδηγήτριας και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, οι οποίες αποτελούν σημαντικά δείγματα της εκκλησιαστικής τέχνης του τόπου.
Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και παλαιότερα μνημεία της Κυπερούντας. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την κεντρική πλατεία του χωριού και χρονολογείται από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αποτελώντας το αρχαιότερο σωζόμενο εκκλησάκι της κοινότητας. Η μονόκλιτη κατασκευή και η χαρακτηριστική ξύλινη στέγη της εντάσσονται στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική των ορεινών εκκλησιών της Κύπρου, ενώ ο καταπράσινος περιβάλλων χώρος αναδεικνύει την ιδιαίτερη αισθητική του μνημείου. Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται αξιόλογες τοιχογραφίες του 1521, οι οποίες αποτελούν σημαντικά δείγματα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Από το 1995 ο χώρος στεγάζει έκθεση εκκλησιαστικών κειμηλίων της κοινότητας, όπου εκτίθενται παλαιές εικόνες, ιερά σκεύη και αντικείμενα λατρείας, μετατρέποντας το ιστορικό εκκλησάκι σε ένα μικρό εκκλησιαστικό μουσείο. Ο ναός πανηγυρίζει κάθε χρόνο την 1η Αυγούστου, κατά την εορτή της Προόδου του Τιμίου Σταυρού.
Το παρεκκλήσι της Παναγίας της Συρκάς, ανάμεσα στον Άγιο Γεώργιο Συλίκου και το Συλίκου, συνδέεται με παλαιό οικισμό και τοπικές παραδόσεις με έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και λατρεία, χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα (1897) και φημίζεται για την εικόνα της Παναγίας με τη λεγόμενη “Συγγία”, ενώ η παράδοση το συνδέει με θαυματουργές επεμβάσεις και θεραπευτικές ιδιότητες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ασθενειών.
Η Ιερά Μονή Παναγίας Αμασγού είναι χτισμένη σε χαμηλό λόφο, στη δεξιά όχθη του ποταμού Κούρη, περίπου 1,5 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά του χωριού Μονάγρι. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μοναστηριακά συγκροτήματα της Κύπρου, με ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερους από εννέα αιώνες. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της μονής και ο ιδρυτής της παραμένουν άγνωστοι. Ωστόσο, οι παλαιότερες τοιχογραφίες του καθολικού χρονολογούνται στις αρχές του 12ου αιώνα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η μονή ιδρύθηκε πιθανότατα στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 12ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία ιδρύθηκαν πολλά από τα σημαντικότερα μοναστήρια της Κύπρου. Κατά τη μακραίωνη ιστορία της γνώρισε επανειλημμένες καταστροφές, ανακαινίσεις και επεκτάσεις. Το καθολικό είναι μονόκλιτος καμαροσκέπαστος ναός με οξυκόρυφη καμάρα και χαρακτηριστική δίρριχτη ξύλινη στέγη με κεραμίδια. Ο σημερινός ναός αποτελεί αποτέλεσμα διαδοχικών οικοδομικών φάσεων. Από την αρχική εκκλησία σώζονται τμήματα της αψίδας και των πλευρικών τοίχων, ενώ σημαντικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 12ου και κατά τον 16ο αιώνα, όταν ενισχύθηκε η κατασκευή και διαμορφώθηκαν οι σημερινές είσοδοι και τα ανοίγματα. Το εσωτερικό του ναού διατηρεί εξαιρετικής σημασίας τοιχογραφίες που καλύπτουν διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Οι αρχαιότερες, των αρχών του 12ου αιώνα, περιλαμβάνουν παραστάσεις του Αγίου Σπυρίδωνα και των Αγίων Αθανασίων. Από τα τέλη του 12ου και τις αρχές του 13ου αιώνα σώζονται σκηνές από τον κύκλο της ζωής του Χριστού, όπως ο Ευαγγελισμός, η Γέννηση, η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, η Σταύρωση, η Ανάσταση του Λαζάρου, η Εις Άδου Κάθοδος, η Ανάληψη, η Υπαπαντή και η Πεντηκοστή, καθώς και μορφές Κυπρίων Αγίων και σημαντικών υμνογράφων της Εκκλησίας. Νεότερες τοιχογραφίες του 14ου αιώνα και του 1564 συμπληρώνουν το πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα με παραστάσεις της Παναγίας, της Κοινωνίας των Αποστόλων, των Εισοδίων της Θεοτόκου και πολλών αγίων. Η ιστορία της μονής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκκλησιαστική ιστορία της Κύπρου. Κατά τον 17ο αιώνα αποτέλεσε αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ της Μητρόπολης Κιτίου και του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ενώ το 1700 η κυριότητά της επιβεβαιώθηκε οριστικά υπέρ της Μητρόπολης Κιτίου με συνοδική πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τα τέλη του 18ου αιώνα εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς και παρέμεινε σε παρακμή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αναγέννηση της μονής ξεκίνησε το 1992, όταν αποκαταστάθηκαν το καθολικό και τα μοναστηριακά κτίρια, ενώ ανεγέρθηκαν και νέες εγκαταστάσεις με σεβασμό στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Από τότε η Μονή λειτουργεί και πάλι ως γυναικείο κοινόβιο, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα τη μακραίωνη πνευματική της παράδοση και αποτελώντας σημαντικό τόπο προσκυνήματος και πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας Μονάγρι και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά μνημεία του χωριού. Πρόκειται για μονόκλιτο καμαροσκέπαστο ναό με χαρακτηριστική οξυκόρυφη καμάρα, ο οποίος χρονολογείται στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα. Στο εσωτερικό του διασώζονται αξιόλογες τοιχογραφίες της ίδιας περιόδου, οι οποίες αποτελούν σημαντικά δείγματα της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Κύπρο και μαρτυρούν την καλλιτεχνική παράδοση της εποχής.
Η Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου βρίσκεται περίπου τρία χιλιόμετρα δυτικά του χωριού Καμινάρια και αποτελεί ένα σημαντικό δείγμα της εκκλησιαστικής κληρονομιάς της περιοχής. Πρόκειται για έναν μικρό μονόχωρο ξυλόστεγο ναό του 16ου αιώνα, με μεταγενέστερο νάρθηκα στα δυτικά και επικλινή στέγη. Ο ναός διατηρεί αξιόλογες τοιχογραφίες του 16ου αιώνα, οι οποίες, παρά τη φθορά που έχουν υποστεί, αποτελούν σημαντικό δείγμα της τοπικής ζωγραφικής παράδοσης της εποχής. Η αρχιτεκτονική του χαρακτηρίζεται από την απλότητα της μορφής του, με ορθογωνική κάτοψη που καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα, ενώ κατά μήκος της νότιας πλευράς σώζονται ίχνη παλαιότερης στοάς. Μετά από μακρά περίοδο εγκατάλειψης, κατά την οποία υπέστη σημαντικές φθορές, ο ναός αναστηλώθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων το 1966, αποκαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό την αρχική του μορφή. Σήμερα αποτελεί ένα ήσυχο θρησκευτικό μνημείο μέσα στο φυσικό τοπίο των Καμιναριών, προσφέροντας στον επισκέπτη την ευκαιρία να γνωρίσει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τη βυζαντινή κληρονομιά της ορεινής Λεμεσού.
Η Εκκλησία της Παναγίας βρίσκεται σε ύψωμα στο δυτικό άκρο των Καμιναριών και αποτελεί σημαντικό μνημείο της βυζαντινής κληρονομιάς της περιοχής. Πρόκειται για μια μικρή ξυλόστεγη μονόχωρη εκκλησία του 16ου αιώνα, η οποία διατηρεί αξιόλογες τοιχογραφίες της ίδιας περιόδου. Ανάμεσα στις παραστάσεις ξεχωρίζουν η Σταύρωση του Χριστού, η Θεοτόκος στην αψίδα και μορφές αγίων, ενώ οι τοιχογραφίες παρουσιάζουν στοιχεία της βυζαντινής παράδοσης με επιρροές από τη δυτική τέχνη. Ο ναός αποτελεί ένα σημαντικό δείγμα της θρησκευτικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της ορεινής Λεμεσού.
Η Εκκλησία του Αγίου Ερμολάου βρίσκεται στο χωριό Καμινάρια και αποτελεί μια μικρή μονόκλιτη ξυλόστεγη εκκλησία, πιθανότατα του 17ου αιώνα. Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερα επιμήκη μορφή και πιθανόν να αντικατέστησε παλαιότερο εκκλησιαστικό κτίσμα. Συντηρήθηκε και αναπαλαιώθηκε το 1995 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ενώ στο εσωτερικό του διατηρεί αξιόλογες εικόνες, μεταξύ των οποίων έργα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα, που αποτελούν σημαντικά δείγματα της κυπριακής αγιογραφικής παράδοσης.
Το μοναστήρι, σύμφωνα με την παράδοση, θεωρείται ότι ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα, όταν μοναχοί από την Παλαιστίνη κατέφυγαν στην Κύπρο μετά τις σφαγές του 614 μ.Χ. από τους Πέρσες, αναζητώντας ασφαλή τόπο άσκησης. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να επιβεβαιώνουν με ακρίβεια την ίδρυση ή την πρώιμη ιστορία του, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εμφανίζεται σε γραπτές αναφορές. Η παρουσία του, ωστόσο, μαρτυρείται σε χάρτες της περιόδου της Φραγκοκρατίας, γεγονός που δείχνει ότι το μοναστήρι υπήρχε και λειτουργούσε τουλάχιστον από τα μεσαιωνικά χρόνια και συνέχισε τη δράση του σε διάφορες φάσεις μέχρι και την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας Μονάγρι και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά μνημεία του χωριού. Πρόκειται για μονόκλιτο καμαροσκέπαστο ναό με χαρακτηριστική οξυκόρυφη καμάρα, ο οποίος χρονολογείται στα τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα. Στο εσωτερικό του διασώζονται αξιόλογες τοιχογραφίες της ίδιας περιόδου, οι οποίες αποτελούν σημαντικά δείγματα της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Κύπρο και μαρτυρούν την καλλιτεχνική παράδοση της εποχής.
Το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής βρίσκεται στην κοινότητα Τρεις Ελιές της επαρχίας Λεμεσού και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά θρησκευτικά μνημεία της περιοχής. Πρόκειται για μικρή, μονόκλιτη ξυλόστεγη εκκλησία, η οποία χρονολογείται στον 17ο αιώνα. Η απλή αρχιτεκτονική της, με την ξύλινη στέγη, είναι χαρακτηριστική των μικρών ορεινών εκκλησιών της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το ξωκλήσι βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Τριών Ελιών και Λεμύθου και αποτελεί μέρος του πλούσιου θρησκευτικού και πολιτιστικού τοπίου της Μαραθάσας.
Το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκεται περίπου 3 χιλιόμετρα βόρεια των Τριών Ελιών, στην ορεινή περιοχή της κοινότητας, σε υψόμετρο περίπου 1.106 μέτρων. Πρόκειται για μικρό ξωκλήσι που χρονολογείται στον 17ο αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της θρησκευτικής κληρονομιάς των ορεινών περιοχών της Κύπρου. Η θέση του, στην κορυφή του Προφήτη Ηλία, προσφέρει πανοραμική θέα προς το γύρω ορεινό τοπίο και, σύμφωνα με τοπικές αναφορές, μέχρι και προς την περιοχή της Πάφου.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Χρυσοσώτηρας βρίσκεται στο κέντρο των Τριών Ελιών και αποτελεί την κύρια εκκλησία και πολιούχο του χωριού. Χτίστηκε το 1743, με πέτρα της περιοχής, σε σχήμα βασιλικής με χαρακτηριστική δίρριχτη κεραμοσκεπή στέγη. Το 1907 πραγματοποιήθηκαν προσθήκες και επισκευές, ενώ ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το παλιό καμπαναριό, το οποίο αποτελεί συνέχεια της γωνίας μεταξύ του νότιου τοίχου και του νάρθηκα. Ο ναός συνδέεται επίσης με τη θρησκευτική παράδοση του χωριού, καθώς στο εσωτερικό του φυλάσσεται λειψανοθήκη με τεμάχιο οστού του Αγίου Χαραλάμπους, ο οποίος σύμφωνα με την τοπική παράδοση έζησε και μαρτύρησε στην περιοχή. Στον ναό σώζεται επίσης εικόνα της Παναγίας της Χρυσοσώτηρας, χρονολογημένη στο 1770, έργο του ιερομόναχου Χαράλαμπου.
Η Εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Τρεις Ελιές αποτελεί ένα από τα θρησκευτικά μνημεία της κοινότητας και εντάσσεται στο πλούσιο εκκλησιαστικό και πολιτιστικό τοπίο της περιοχής της Μαραθάσας.
Η Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου αποτελεί τον κύριο ναό του χωριού και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη. Κτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, πάνω στα ερείπια παλαιότερης εκκλησίας, και ολοκληρώθηκε το 1831. Ακολουθεί την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των ναών της Μαραθάσας, με μικρές διαστάσεις και ξύλινη στέγη, διατηρώντας τη χαρακτηριστική μορφή της κυπριακής εκκλησιαστικής κληρονομιάς. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Άγιος Δημήτριος μετακίνησε θαυματουργικά έναν μεγάλο βράχο από το σημείο όπου ανεγέρθηκε το ιερό, ενώ στο σημείο όπου κατέληξε αναβλύζει αγίασμα, το οποίο θεωρείται θεραπευτικό.
Το Παρεκκλήσιο της Παναγίας του Κάμπου βρίσκεται στην είσοδο της κοινότητας Ακαπνούς και χρονολογείται στον 16ο αιώνα. Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου. Στο εσωτερικό του διατηρούνται κατάλοιπα του ζωγραφικού του διακόσμου, αν και οι τοιχογραφίες υπέστησαν σημαντικές αλλοιώσεις από την πυρκαγιά της δεκαετίας του 1970.
Η Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στον Αγρό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των χωριών του Τροόδους. Κτίστηκε τον 19ο αιώνα και βρίσκεται στη νότια συνοικία του χωριού. Είναι ξυλόστεγος, μακρόστενος ναός, κτισμένος με ακατέργαστη πέτρα της περιοχής και καλυμμένος με ιδιαίτερα επικλινή στέγη από παραδοσιακά πήλινα κεραμίδια. Η λιτή μορφή και τα τοπικά υλικά κατασκευής αναδεικνύουν τον αυθεντικό χαρακτήρα της κυπριακής εκκλησιαστικής κληρονομιάς.
Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ βρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας της Ανώγυρας και αποτελεί τον κύριο ναό του χωριού. Χρονολογείται στα τέλη του 18ου αιώνα και ξεχωρίζει για τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά της στοιχεία, όπως το ηλιακό ρολόι πάνω από τη μία είσοδο και τον ανάγλυφο διάκοσμο γοτθικής τεχνοτροπίας στην άλλη. Ο ναός πανηγυρίζει κάθε χρόνο στις 8 Νοεμβρίου και στις 6 Σεπτεμβρίου.
Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στα Καμινάρια και αποτελεί σημαντικό δείγμα της παραδοσιακής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου. Πρόκειται για τρίκλιτη ξυλόστεγη εκκλησία του 18ου αιώνα, με ημικυκλική εσωτερικά και τρίπλευρη εξωτερικά αψίδα. Τα τρία κλίτη χωρίζονται με δύο τοξοστοιχίες, ενώ στο εσωτερικό διατηρείται αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο, κατασκευασμένο στα τέλη του 18ου αιώνα και χρυσωμένο το 1800. Ο ναός φιλοξενεί σημαντικές εικόνες του 18ου και 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων έργα του αγιογράφου Μιχαήλ Προσκυνητού.
Το μικρό πετρόκτιστο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται σε ένα ήσυχο, καταπράσινο σημείο του Καλού Χωριού, ανάμεσα σε κυπαρίσσια και πεύκα. Πρόκειται για χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου, με μονόκλιτη μορφή και ιδιαίτερα επικλινή, ξύλινη, κεραμοσκεπή στέγη. Το παρεκκλήσι χρονολογείται στον 18ο αιώνα, με την επιγραφή στο εσωτερικό να παραπέμπει στο 1768 ως πιθανό έτος ανέγερσης και στο 1775 ως χρονολογία τοιχογράφησης. Στο εσωτερικό διατηρούνται παλιές τοιχογραφίες, ενώ ξεχωρίζει η απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου.
Το εξωκλήσι του Αποστόλου Λουκά βρίσκεται βόρεια του υδατοφράκτη Γερμασόγειας, σε μια γραφική τοποθεσία κοντά στον ποταμό Άμαθο. Πρόκειται για παλιό πέτρινο ναό, κτισμένο στον τύπο της καμαροσκέπαστης βασιλικής, με κεραμοσκεπή στέγη και ημικυκλική αψίδα στο ιερό. Διαθέτει δύο εισόδους, στη νότια και δυτική πλευρά, ενώ ανατολικά του ναού βρίσκεται το ξύλινο καμπαναριό. Η λιτή αρχιτεκτονική του, με τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά των κυπριακών εξωκλησιών, εναρμονίζεται με το φυσικό τοπίο της περιοχής.
Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται περίπου 300 μέτρα βορειοανατολικά του χωριού και αποτελεί μονόκλιτο ναό με τρούλο. Αν και ο αρχικός ναός είναι παλαιότερος, στις αρχές του 20ού αιώνα επεκτάθηκε προς τα δυτικά. Στο εσωτερικό του διατηρούνται αξιόλογες τοιχογραφίες του 15ου αιώνα, με παραστάσεις του Παντοκράτορα, της Θεοτόκου, των προφητών, των ευαγγελιστών και διαφόρων αγίων. Παρά τις φθορές που υπέστησαν με την πάροδο του χρόνου, οι τοιχογραφίες αποτελούν σημαντικό δείγμα της βυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο.
Η εκκλησία του Αποστόλου Φιλίππου βρίσκεται στο κέντρο του Άρσους Λεμεσού και αποτελεί επιβλητικό βυζαντινό ναό του 12ου αιώνα. Στο εσωτερικό της διατηρούνται ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα, αξιόλογες παλαιές εικόνες, καθώς και η μοναδική εικόνα του Αποστόλου Φιλίππου του 13ου αιώνα, μαζί με μέρος των λειψάνων του. Στον ναό είναι ενσωματωμένος ο ναΐσκος της Αγίας Μαριάμνης, αδελφής του Αποστόλου Φιλίππου, ο οποίος λειτουργεί ως εικονοφυλάκιο και φιλοξενεί σημαντική συλλογή εικόνων από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα.
Η εκκλησία της Παναγίας Καθολικής βρίσκεται στα δυτικά του Άρσους και ο σημερινός ναός χρονολογείται στο 1904, αν και έχει ανεγερθεί πάνω στα ερείπια παλαιότερου μοναστηριού, το οποίο μαρτυρείται σε ιστορικές πηγές ήδη από τον 14ο αιώνα. Πρόκειται για μονόχωρο ναό με ξύλινη δίρριχτη στέγη και χαρακτηριστική ημικυκλική αψίδα, που διατηρεί την παραδοσιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Κύπρου.
Η εκκλησία της Παναγίας Ιαματικής βρίσκεται στις παρυφές του χωριού Αρακαπάς και αποτελεί τρίκλιτη ξυλόστεγη εκκλησία. Ξεχωρίζει για τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες των αρχών του 16ου αιώνα, οι οποίες αποτελούν σημαντικά δείγματα της Ιταλοβυζαντινής τεχνοτροπίας στην Κύπρο. Στη γειτονική νέα εκκλησία φυλάσσεται μια αξιόλογη δερμάτινη εικόνα της Παναγίας, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, θεωρείται θαυματουργή και συνδέεται με θεραπευτικές ιδιότητες.